1. Home
  2. Dictionary
  3. ἡλίκος

ἡλίκος

Word
ἡλίκος, -η, -ον (ēlikos)
Gloss
  • how great
  • how small
  • of what size
  • how much
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 2245
Word Frequency
  • Byzantine NT: 2
  • Nestle 1904: 3

Adjective Forms

Masculine
ηλικος
ηλικου
ηλικω
ἡλίκον
ηλικοι
ηλικων
ηλικοις
ηλικους
Feminine
ηλικη
ηλικης
ηλικη
ἡλίκην
ηλικαι
ηλικων
ηλικαις
ηλικας
Neuter
ἡλίκον
ηλικου
ηλικω
ηλικον
ηλικα
ηλικων
ηλικοις
ηλικα

Usage in Biblical Text