1. Dictionary
  2. η
  3. ἡλικία

Search Bible Vocabulary

ἡλικία

ἡλικία
τηςἡλικίας
τῃἡλικίᾳ
τηνἡλικίαν
αἱἡλικίαι
τωνἡλικίων
ταιςἡλικίαις
ταςἡλικίας