1. Home
  2. Dictionary
  3. ἡλικία

ἡλικία

Word
ἡλικία, -ας, ἡ (ēlikia)
Gloss
  • maturity
  • age
  • stature
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2244
Word Frequency
  • Nestle 1904: 8
  • Byzantine NT: 8

Noun Forms

Singular
ἡλικία
τῆς ἡλικίας
τῃ ἡλικίᾳ
τήν ἡλικίαν
Plural
αἱ ηλικιαι
τῶν ηλικιων
ταῖς ηλικιαις
τάς ἡλικίας