1. Dictionary
  2. ἡμέρα

ἡμέρα

Word
ἡμέρα, -ας, ἡ (ēmera)
Gloss
  • day
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2250
Word Frequency
  • Nestle 1904: 389
  • Byzantine NT: 389

Noun Forms

Singular
ἡμέρα
της ἡμέρας
τῃ ἡμέρᾳ
την ἡμέραν
Plural
αἱ ἡμέραι
των ἡμερῶν
ταις ἡμέραις
τας ἡμέρας

Usage in Biblical Text