1. Dictionary
  2. η
  3. ἡμέτερος

Search Bible Vocabulary

ἡμέτερος

MasculineFeminineNeuter
ἡμέτεροςἡμέτεραἡμέτερον
ἡμέτερουἡμετέραςἡμέτερου
ἡμέτερῳἡμετέρᾳἡμέτερῳ
ἡμέτερονἡμετέρανἡμέτερον
ἡμέτεροιἡμέτεραιἡμέτερα
ἡμετέρωνἡμετέρωνἡμέτερων
ἡμετέροιςἡμετέραιςἡμετέροις
ἡμετέρουςἡμέτεραςἡμέτερα