1. Home
  2. Dictionary
  3. ἡσυχάζω

ἡσυχάζω

Word
ἡσυχάζω (ēsuchazō)
Gloss
  • be still
  • be silent
  • rest
  • am silent
  • live quietly
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 2270
Word Frequency
  • Byzantine NT: 5
  • Nestle 1904: 5
Syllables
ἡ·συ·χά·ζω ē·su·cha·zō

Verb Forms

Present
Active
ἡσυχάζω
ησυχαζεις
ἡσυχάζει
ησυχαζομεν
ἡσυχάζετε
ἡσυχάζουσιν
Future
Active
ησυχασω
ἡσυχάσεις
ἡσυχάσει
ησυχασομεν
ησυχασετε
ησυχασουσιν
Aorist
Active
ἡσύχασα
εησυχασας
ἡσυχάσει
ἡσυχάσαμεν
εησυχασατε
ἡσύχασαν
Present
Middle/Passive
ησυχαζομαι
ησυχαζη
ἡσυχάζεται
ησυχαζομεθα
ησυχαζεσθε
ησυχαζονται
Subjunctive
Aorist
ἡσυχάσῃ
Infinitive
Present
ἡσυχάζειν
Infinitive
Aorist
ἡσυχάσαι