1. Home
  2. Dictionary
  3. ἥττημα

ἥττημα

Word
ἥττημα, -τος, τό (ēttēma)
Gloss
  • loss
  • failure
  • defeat
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2275
Word Frequency
  • Byzantine NT: 2
  • Nestle 1904: 2

Noun Forms

Singular
τό ἥττημα
τοῦ ηττηματος
τῳ ηττηματι
τό ἥττημα