1. Home
  2. Dictionary
  3. ἦθος

ἦθος

Word
ἦθος, -ους, τό (ēthos)
Gloss
  • custom
  • habit
  • morals
  • manner
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2239
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 2

Noun Forms

Singular
τό ἦθος
τοῦ ηθος
τῳ ηθι
τό ἦθος
Plural
τά ἤθη
τῶν ἠθῶν
τοῖς ησιν
τά ἤθη