1. Dictionary
  2. ι
  3. ἱκανός

Search Bible Vocabulary

ἱκανός

MasculineFeminineNeuter
ἱκανόςἱκανήἱκανόν
ἱκανοῦἱκαναςἱκανοῦ
ἱκανῷἱκανᾳἱκανῳ
ἱκανόνἱκανὴνἱκανόν
ἱκανοίἱκαναίἱκανὰ
ἱκανῶνἱκανωνἱκανῶν
ἱκανοῖςἱκαναῖςἱκανοις
ἱκανούςἱκανάςἱκανά