1. Home
  2. Dictionary
  3. ἱκανός

ἱκανός

Word
ἱκανός, -ή, -όν (ikanos)
Gloss
  • sufficient
  • able
  • considerable
  • worthy
  • many
  • much
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 2425
Word Frequency
  • Nestle 1904: 40
  • Byzantine NT: 41

Adjective Forms

Masculine
ἱκανός
ἱκανοῦ
ἱκανῷ
ἱκανόν
ἱκανοί
ἱκανῶν
ἱκανοῖς
ἱκανούς
Feminine
ἱκανή
ικανας
ικανα
ἱκανήν
ἱκαναί
ικανων
ἱκαναῖς
ἱκανάς
Neuter
ἱκανόν
ἱκανοῦ
ικανω
ἱκανόν
ἱκανά
ἱκανῶν
ικανοις
ἱκανά

Usage in Biblical Text