1. Home
  2. Dictionary
  3. ἱκανόω

ἱκανόω

Word
ἱκανόω (ikanoō)
Gloss
  • make sufficient
  • qualify
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 2427
Word Frequency
  • Nestle 1904: 2
  • Byzantine NT: 2

Verb Forms

Aorist
Active
εικανωσα
εικανωσας
ἱκάνωσεν
εικανωσαμεν
εικανωσατε
εικανωσαν
Present
Middle/Passive
ικανοομαι
ικανοη
ἱκανοῦταί
ικανοομεθα
ικανοεσθε
ικανοονται
Infinitive
Aorist
ἱκανωθῆναι

Usage in Biblical Text