1. Home
  2. Dictionary
  3. ἱκετηρία

ἱκετηρία

Word
ἱκετηρία, -ας, ἡ (iketēria)
Gloss
  • supplication
  • entreaty
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2428
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1

Noun Forms

Plural
αἱ ικετηριαι
τῶν ικετηριων
ταῖς ικετηριαις
τάς ἱκετηρίας