1. Dictionary
  2. ι
  3. ἱλασμός

Search Bible Vocabulary

ἱλασμός

ἱλασμός
τουἱλασμοῦ
τῳἱλασμῳ
τονἱλασμόν
οἱἱλασμοί
τωνἱλασμων
τοιςἱλασμοις
τουςἱλασμους