1. Dictionary
  2. ι
  3. ἱματισμός

Search Bible Vocabulary

ἱματισμός

ἱματισμὸς
τουἱματισμοῦ
τῳἱματισμῷ
τονἱματισμόν
οἱἱματισμοι
τωνἱματισμων
τοιςἱματισμοις
τουςἱματισμους