1. Home
  2. Dictionary
  3. ἱματισμός

ἱματισμός

Word
ἱματισμός, -οῦ, ὁ (imatismos)
Gloss
  • clothing
  • raiment
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2441
Word Frequency
  • Nestle 1904: 5
  • Byzantine NT: 5

Noun Forms

Singular
ἱματισμός
τοῦ ἱματισμοῦ
τῳ ἱματισμῷ
τόν ἱματισμόν