1. Home
  2. Dictionary
  3. ἴαμα

ἴαμα

Word
ἴαμα, -τος, τό (iama)
Gloss
  • healing
  • curing
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2386
Word Frequency
  • Nestle 1904: 3
  • Byzantine NT: 3

Noun Forms

Singular
τό ἴαμα
τοῦ ιαματος
τῳ ιαματι
τό ἴαμα
Plural
τά ἰάματα
τῶν ἰαμάτων
τοῖς ιαμασιν
τά ἰάματα