1. Home
  2. Dictionary
  3. ἴδιος

ἴδιος

Word
ἴδιος, -α, -ον (idios)
Gloss
  • his
  • one’s own
  • one's own
  • private
  • personal
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 2398
Word Frequency
  • Nestle 1904: 113
  • Byzantine NT: 113

Adjective Forms

Masculine
ἴδιος
ἰδίου
ἰδίῳ
ἴδιον
ἴδιοι
ἰδίων
ἰδίοις
ἰδίους
Feminine
ἰδία
ἰδίας
ἰδίᾳ
ἰδίαν
ιδιαι
ἰδίων
ἰδίαις
ἰδίας
Neuter
ἴδιον
ἰδίου
ἰδίῳ
ἴδιον
ἴδια
ἰδίων
ἰδίοις
ἴδια

Usage in Biblical Text