1. Dictionary
  2. ι
  3. Ἰλλυρικόν

Search Bible Vocabulary

Ἰλλυρικόν

τοἸλλυρικόν
τουἸλλυρικοῦ
τῳἸλλυρικῳ
τοἸλλυρικον
ταἸλλυρικα
τουἸλλυρικων
τῳἸλλυρικοις
ταἸλλυρικα