1. Dictionary
  2. ο
  3. ὀδυρμός

Search Bible Vocabulary

ὀδυρμός

ὀδυρμὸς
τουὀδυρμοῦ
τῳὀδυρμῳ
τονὀδυρμόν
οἱὀδυρμοι
τωνὀδυρμῶν
τοιςὀδυρμοις
τουςὀδυρμους