1. Home
  2. Dictionary
  3. ὀκταήμερος

ὀκταήμερος

Word
ὀκταήμερος, -ον (oktaēmeros)
Gloss
  • on the eighth day
  • belonging to the eighth day
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 3637
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Syllables
ὀ·κτα·ή·με·ρος o·kta·ē·me·ros

Adjective Forms

Masculine
ὀκταήμερος
οκταημερου
οκταημερω
οκταημερον
οκταημεροι
οκταημερων
οκταημεροις
οκταημερους

Usage in Biblical Text