1. Dictionary
  2. ο
  3. ὀλοθρευτής

Search Bible Vocabulary

ὀλοθρευτής

ὀλοθρευτής
τουὀλοθρευτοῦ
τῳundefined
τονundefined
οἱundefined
τωνundefined
τοιςundefined
τουςundefined