1. Home
  2. Dictionary
  3. ὀλολύζω

ὀλολύζω

Word
ὀλολύζω (ololuzō)
Gloss
  • cry out
  • wail
  • howl
  • lament loudly
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 3649
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Syllables
ὀ·λο·λύ·ζω o·lo·lu·zō

Verb Forms

Present
Active
ὀλολύζω
ολολυζεις
ολολυζει
ολολυζομεν
ολολυζετε
ολολυζουσιν
Future
Active
ολολυσω
ολολυσεις
ὀλολύξει
ολολυσομεν
ολολυσετε
ὀλολύξουσιν
Imperfect
Active
εολολυζον
εολολυζες
εολολυζεν
εολολυζομεν
εολολυζετε
ὠλόλυζον
Aorist
Active
εολολυσα
εολολυσας
ὠλόλυξεν
εολολυσαμεν
εολολυσατε
εολολυσαν
Future
Middle
ολολυσομαι
ολολυση
ολολυσεται
ολολυσομεθα
ὀλολύξετε
ολολυσονται