1. Home
  2. Dictionary
  3. ο
  4. ὀνειδισμός

ὀνειδισμός

Word
ὀνειδισμός, -οῦ, ὁ (oneidismos)
Gloss
  • reproach
  • reviling
Part of Speech
Noun
Word Frequency
  • Byzantine NT: 5
  • Nestle 1904: 5
Syllables
ὀ·νει·δι·σμός o·nei·di·smos
Strongs Number
  • 3680

Noun Forms

Singular
ὀνειδισμός
τοῦ ὀνειδισμοῦ
τῷ ὀνειδισμῷ
τόν ὀνειδισμόν
Plural
οἱ ὀνειδισμοί
τῶν ὀνειδισμῶν
τοῖς ὀνειδισμοῖς
τούς ὀνειδισμούς