1. Home
  2. Dictionary
  3. ο
  4. ὀνομάζω

ὀνομάζω

Word
ὀνομάζω (onomazō)
Gloss
  • name
  • give a name to
  • mention
Part of Speech
Verb
Word Frequency
  • Byzantine NT: 10
  • Nestle 1904: 9
Syllables
ὀ·νο·μά·ζω o·no·ma·zō
Strongs Number
  • 3687

Verb Forms

Present
Active
ὀνομάζω
ὀνομαζεις
ὀνομάζει
ὀνομάζομεν
ὀνομαζετε
ὀνομάζουσιν
Future
Active
ὀνομάσω
ὀνομασεις
ὀνομάσει
ὀνομασομεν
ὀνομασετε
ὀνομασουσιν
Aorist
Active
ἐονομασα
ἐονομασας
ὠνόμασεν
ἐονομασαμεν
ἐονομασατε
ἐονομασαν
Present
Middle/Passive
ὀνομαζομαι
ὀνομαζη
ὀνομάζεται
ὀνομαζομεθα
ὀνομαζεσθε
ὀνομαζονται
Future
Passive
ὀνομαζθησομαι
ὀνομαζθηση
ὀνομασθήσεται
ὀνομαζθησομεθα
ὀνομαζθησεσθε
ὀνομαζθησονται
Aorist
Passive
ἐονομαζθην
ὠνομάσθης
ὠνομάσθη
ἐονομαζθημεν
ἐονομαζθητε
ὠνομάσθησαν
Subjunctive
Aorist
ὀνομάσῃ
Infinitive
Present
ὀνομάζειν
Infinitive
Aorist
ὀνομασθῆναι

Usage in Biblical Text