1. Home
  2. Dictionary
  3. ο
  4. ὀρθρινός

ὀρθρινός

Word
ὀρθρινός, -ή, -όν (orthrinos)
Gloss
  • early in the morning
Part of Speech
Adjective
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
Syllables
ὀρ·θρι·νός or·thri·nos

Adjective Forms

Feminine
ὀρθρινή
ὀρθρινας
ὀρθρινᾳ
ὀρθριναν
ὀρθριναί
ὀρθρινων
ὀρθριναις
ὀρθρινας
Neuter
ὀρθρινον
ὀρθρινου
ὀρθρινῳ
ὀρθρινον
ὀρθρινα
ὀρθρινῶν
ὀρθρινοις
ὀρθρινα