1. Home
  2. Dictionary
  3. ο
  4. ὀστράκινος

ὀστράκινος

Word
ὀστράκινος, -η, -ον (ostrakinos)
Gloss
  • made of earth or clay
  • made of earth
Part of Speech
Adjective
Word Frequency
  • Byzantine NT: 2
  • Nestle 1904: 2
Syllables
ὀστ·ρά·κι·νος ost·ra·ki·nos
Strongs Number
  • 3749

Adjective Forms

Masculine
ὀστράκινος
ὀστράκινου
ὀστράκινῳ
ὀστράκινον
ὀστράκινοι
ὀστράκινων
ὀστράκινοις
ὀστρακίνους
Neuter
ὀστράκινον
ὀστρακίνου
ὀστρακίνῳ
ὀστράκινον
ὀστράκινα
ὀστράκινων
ὀστρακίνοις
ὀστράκινα

Usage in Biblical Text