1. Home
  2. Dictionary
  3. ὀφείλημα

ὀφείλημα

Word
ὀφείλημα, -τος, τό (opheilēma)
Gloss
  • debt
  • that which is owed
  • offense
  • sin
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3783
Word Frequency
  • Nestle 1904: 2
  • Byzantine NT: 2
Syllables
ὀ·φεί·λη·μα
o·phei·lē·ma

Noun Forms

Singular
τό ὀφείλημα
τοῦ οφειληματος
τῳ οφειληματι
τό ὀφείλημα
Plural
τά ὀφειλήματα
τῶν οφειληματων
τοῖς οφειλημασιν
τά ὀφειλήματα

Usage in Biblical Text