1. Home
  2. Dictionary
  3. ὀφειλέτης

ὀφειλέτης

Word
ὀφειλέτης, -ου, ὁ (opheiletēs)
Gloss
  • debtor
  • sinner
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3781
Word Frequency
  • Nestle 1904: 7
  • Byzantine NT: 7
Syllables
ὀ·φει·λέ·της
o·phei·le·tēs

Noun Forms

Singular
ὀφειλέτης
τοῦ
τῳ
τόν
Plural
οἱ ὀφειλέται
τῶν
τοῖς ὀφειλέταις
τούς