1. Home
  2. Dictionary
  3. ὀφειλή

ὀφειλή

Word
ὀφειλή, -ῆς, ἡ (opheilē)
Gloss
  • debt
  • duty
  • obligation
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3782
Word Frequency
  • Nestle 1904: 3
  • Byzantine NT: 2
Syllables
ὀ·φει·λή
o·phei·lē

Noun Forms

Singular
οφειλη
τῆς οφειλης
τῃ οφειλη
τήν ὀφειλήν
Plural
αἱ οφειλαι
τῶν οφειλων
ταῖς οφειλαις
τάς ὀφειλάς

Usage in Biblical Text