1. Home
  2. Dictionary
  3. ὀφθαλμοδουλεία

ὀφθαλμοδουλεία

Word
ὀφθαλμοδουλεία, -ας, ἡ (ophthalmodouleia)
Gloss
  • service rendered only while the master watches
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3787
Word Frequency
  • Byzantine NT: 2
Syllables
ὀ·φθαλ·μο·δου·λεί·α
o·phthal·mo·dou·lei·a

Noun Forms

Singular
οφθαλμοδουλεια
τῆς οφθαλμοδουλειας
τῃ οφθαλμοδουλεια
τήν ὀφθαλμοδουλείαν
Plural
αἱ οφθαλμοδουλειαι
τῶν οφθαλμοδουλειων
ταῖς ὀφθαλμοδουλείαις
τάς οφθαλμοδουλειας

Usage in Biblical Text