1. Home
  2. Dictionary
  3. ὀψώνιον

ὀψώνιον

Word
ὀψώνιον, -ου, τό (opsōnion)
Gloss
  • compensation
  • wages
  • pay
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3800
Word Frequency
  • Nestle 1904: 4
  • Byzantine NT: 4
Syllables
ὀ·ψώ·νι·ον
o·psō·ni·on

Noun Forms

Singular
τό ὀψώνιον
τοῦ οψωνιου
τῳ οψωνιω
τό ὀψώνιον
Plural
τά ὀψώνια
τῶν οψωνιων
τοῖς ὀψωνίοις
τά ὀψώνια