1. Home
  2. Dictionary
  3. ο
  4. ὁδοιπορία

ὁδοιπορία

Word
ὁδοιπορία, -ας, ἡ (odoiporia)
Gloss
  • walking
  • journey
  • travel
Part of Speech
Noun
Word Frequency
  • Nestle 1904: 2
  • Byzantine NT: 2
Syllables
ὁ·δοι·πο·ρί·α o·doi·po·ri·a
Strongs Number
  • 3597

Noun Forms

Singular
ὁδοιπορία
τῆς ὁδοιπορίας
τῇ ὀδοιπορια
τήν ὁδοιπορίαν
Plural
αἱ ὀδοιποριαι
τῶν ὀδοιποριων
ταῖς ὁδοιπορίαις
τάς ὀδοιποριας

Usage in Biblical Text