1. Home
  2. Dictionary
  3. ο
  4. ὁλοκαύτωμα

ὁλοκαύτωμα

Word
ὁλοκαύτωμα, -τος, τό (olokautōma)
Gloss
  • whole burnt offering
Part of Speech
Noun
Word Frequency
  • Byzantine NT: 3
  • Nestle 1904: 3
Syllables
ὁ·λο·καύ·τω·μα o·lo·kau·tō·ma
Strongs Number
  • 3646

Noun Forms

Singular
τό ὁλοκαύτωμα
τοῦ ὁλοκαυτώματος
τῷ ὀλοκαυτωματι
τό ὁλοκαύτωμα
Plural
τά ὁλοκαυτώματα
τῶν ὁλοκαυτωμάτων
τοῖς ὁλοκαυτώμασι
τά ὁλοκαυτώματα