1. Dictionary
  2. ο
  3. ὁλόκληρος

Search Bible Vocabulary

ὁλόκληρος

MasculineFeminineNeuter
ὁλόκληροςὁλόκληροςὁλόκληρον
ὁλόκληρουὁλόκληρουὁλοκλήρου
ὁλόκληρῳὁλόκληρῳὁλόκληρῳ
ὁλόκληρονὁλόκληρονὁλόκληρον
ὁλόκληροιὁλόκληροιὁλόκληρα
ὁλοκλήρωνὁλόκληρωνὁλόκληρων
ὁλόκληροιςὁλόκληροιςὁλόκληροις
ὁλοκλήρουςὁλοκλήρουςὁλόκληρα