1. Home
  2. Dictionary
  3. ο
  4. ὁλόκληρος

ὁλόκληρος

Word
ὁλόκληρος, -ον (oloklēros)
Gloss
  • whole
  • complete
  • complete in every part
  • sound
  • perfect
Part of Speech
Adjective
Word Frequency
  • Byzantine NT: 2
  • Nestle 1904: 2
Syllables
ὁ·λό·κλη·ρος o·lo·klē·ros
Strongs Number
  • 3648

Adjective Forms

Masculine
ὁλόκληρος
ὁλόκληρου
ὁλόκληρῳ
ὁλόκληρον
ὁλόκληροι
ὁλοκλήρων
ὁλόκληροις
ὁλοκλήρους
Feminine
ὁλόκληρος
ὁλόκληρου
ὁλόκληρῳ
ὁλόκληρον
ὁλόκληροι
ὁλόκληρων
ὁλόκληροις
ὁλοκλήρους
Neuter
ὁλόκληρον
ὁλοκλήρου
ὁλόκληρῳ
ὁλόκληρον
ὁλόκληρα
ὁλόκληρων
ὁλόκληροις
ὁλόκληρα

Usage in Biblical Text