1. Dictionary
  2. ο
  3. ὁμίχλη

Search Bible Vocabulary

ὁμίχλη

ὁμίχλη
τηςὁμίχλης
τῃὁμίχλῃ
τηνὁμίχλην
αἱὁμίχλαι
τωνὁμίχλων
ταιςὁμίχλαις
ταςὁμίχλας