1. Home
  2. Dictionary
  3. ὁμείρομαι

ὁμείρομαι

Word
ὁμείρομαι (omeiromai)
Gloss
  • long for
  • desire earnestly
  • love fervently
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 2442
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1
Syllables
ὁ·μεί·ρο·μαι o·mei·ro·mai

Verb Forms

Present
Middle/Passive
ὁμείρομαι
ομειρη
ομειρεται
ομειρομεθα
ομειρεσθε
ὁμείρονται

Usage in Biblical Text