1. Home
  2. Dictionary
  3. ὁμιλέω

ὁμιλέω

Word
ὁμιλέω (omileō)
Gloss
  • converse
  • speak
  • associate with
  • talk with
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 3656
Word Frequency
  • Byzantine NT: 4
  • Nestle 1904: 4
Syllables
ὁ·μι·λέ·ω o·mi·le·ō

Verb Forms

Present
Active
ὁμιλῶ
ομιλεις
ομιλει
ομιλουμεν
ομιλειτε
ομιλουσιν
Future
Active
ομιλησω
ομιλησεις
ὁμιλήσει
ομιλησομεν
ομιλησετε
ομιλησουσιν
Imperfect
Active
εομιλουν
εομιλεις
ὡμίλει
εομιλουμεν
εομιλειτε
ὡμίλουν
Aorist
Active
εομιλησα
εομιλησας
ὡμίλησεν
εομιλησαμεν
εομιλησατε
εομιλησαν
Infinitive
Present
ὁμιλεῖν