1. Home
  2. Dictionary
  3. ὁμιλία

ὁμιλία

Word
ὁμιλία, -ας, ἡ (omilia)
Gloss
  • association
  • company
  • intercourse
  • companionship
  • conversation
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3657
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Syllables
ὁ·μι·λί·α o·mi·li·a

Noun Forms

Singular
ὁμιλία
τῆς ὁμιλίας
τῃ ὁμιλίᾳ
τήν ὁμιλίαν
Plural
αἱ ὁμιλίαι
τῶν ομιλιων
ταῖς ομιλιαις
τάς ομιλιας

Usage in Biblical Text