1. Home
  2. Dictionary
  3. ο
  4. ὁμοίωμα

ὁμοίωμα

Word
ὁμοίωμα, -τος, τό (omoiōma)
Gloss
  • likeness
  • form
  • appearance
  • similitude
Part of Speech
Noun
Word Frequency
  • Byzantine NT: 6
  • Nestle 1904: 6
Syllables
ὁ·μοί·ω·μα o·moi·ō·ma
Strongs Number
  • 3667

Noun Forms

Singular
τό ὁμοίωμα
τοῦ ὁμοιώματος
τῷ ὁμοιώματι
τό ὁμοίωμα
Plural
τά ὁμοιώματα
τῶν ὀμοιωματων
τοῖς ὀμοιωμασιν
τά ὁμοιώματα