1. Home
  2. Dictionary
  3. ο
  4. ὁμολογία

ὁμολογία

Word
ὁμολογία, -ας, ἡ (omologia)
Gloss
  • confession
  • profession
Part of Speech
Noun
Word Frequency
  • Byzantine NT: 6
  • Nestle 1904: 6
Syllables
ὁ·μο·λο·γί·α o·mo·lo·gi·a
Strongs Number
  • 3671

Noun Forms

Singular
ὁμολογία
τῆς ὁμολογίας
τῇ ὀμολογια
τήν ὁμολογίαν
Plural
αἱ ὀμολογιαι
τῶν ὀμολογιων
ταῖς ὁμολογίαις
τάς ὁμολογίας