1. Dictionary
  2. ο
  3. ὁμολογία

Search Bible Vocabulary

ὁμολογία

ὁμολογία
τηςὁμολογίας
τῃὁμολογίᾳ
τηνὁμολογίαν
αἱὁμολογίαι
τωνὁμολογίων
ταιςὁμολογίαις
ταςὁμολογίας