1. Home
  2. Dictionary
  3. ο
  4. ὁμότεχνος

ὁμότεχνος

Word
ὁμότεχνος, -ον (omotechnos)
Gloss
  • of the same trade
  • of the same trade or craft
Part of Speech
Adjective
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Syllables
ὁ·μό·τεχ·νος o·mo·tech·nos
Strongs Number
  • 3673

Adjective Forms

Masculine
ὁμότεχνος
ὁμότεχνου
ὁμότεχνῳ
ὁμότεχνον
ὁμότεχνοι
ὁμότεχνων
ὁμότεχνοις
ὁμότεχνους

Usage in Biblical Text