1. Home
  2. Dictionary
  3. ο
  4. ὁσιότης

ὁσιότης

Word
ὁσιότης, -ητος, ἡ (osiotēs)
Gloss
  • piety
  • holiness
  • godliness
Part of Speech
Noun
Word Frequency
  • Byzantine NT: 2
  • Nestle 1904: 2
Syllables
ὁ·σι·ό·της o·si·o·tēs
Strongs Number
  • 3742

Noun Forms

Singular
ὁσιότης
τῆς ὁσιότητος
τῇ ὁσιότητι
τήν ὁσιότητα