1. Dictionary
  2. ο
  3. ὄγκος

Search Bible Vocabulary

ὄγκος

ὄγκος
τουὄγκου
τῳὄγκῳ
τονὄγκον
οἱὄγκοι
τωνὄγκων
τοιςὄγκοις
τουςὄγκους