1. Dictionary
  2. ο
  3. ὄμμα

Search Bible Vocabulary

ὄμμα

τοὄμμα
τουὄμματος
τῳὄμματι
τοὄμμα
ταὄμματα
τουὀμμάτων
τῳὄμμασιν
ταὄμματα