1. Home
  2. Dictionary
  3. ο
  4. ὄμμα

ὄμμα

Word
ὄμμα, -ος, τό (omma)
Gloss
  • eye
Part of Speech
Noun
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 2
Syllables
ὄμ·μα om·ma
Strongs Number
  • 3659

Noun Forms

Singular
τό ὄμμα
τοῦ ὀμματος
τῷ ὀμματι
τό ὄμμα
Plural
τά ὄμματα
τῶν ὀμμάτων
τοῖς ὄμμασιν
τά ὄμματα

Usage in Biblical Text

Example Pictures