1. Home
  2. Dictionary
  3. ο
  4. ὄνειδος

ὄνειδος

Word
ὄνειδος, -ους, τό (oneidos)
Gloss
  • disgrace
  • reproach
  • insult
Part of Speech
Noun
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Syllables
ὄ·νει·δος o·nei·dos
Strongs Number
  • 3681

Noun Forms

Singular
τό ὄνειδος
τοῦ ὀνείδους
τῷ ὀνείδει
τό ὄνειδος
Plural
τά ὀνείδη
τῶν ὀνειδων
τοῖς ὀνεισιν
τά ὀνείδη

Usage in Biblical Text