1. Dictionary
  2. ὄνομα

ὄνομα

Word
ὄνομα, -τος, τό (onoma)
Gloss
  • name
  • character
  • reputation
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3686
Word Frequency
  • Byzantine NT: 232
  • Nestle 1904: 229

Noun Forms

Singular
το ὄνομά
του ὀνόματος
τῳ ὀνόματί
το ὄνομά
Plural
τα ὀνόματά
του ὀνομάτων
τῳ ὀνόμασιν
τα ὀνόματα

Usage in Biblical Text