1. Home
  2. Dictionary
  3. ο
  4. ὄσπριον

ὄσπριον

Word
ὄσπριον, -ον, τό (osprion)
Gloss
  • legume
  • bean
  • pea
  • beans
Part of Speech
Noun
Syllables
ὄ·σπρι·ον o·spri·on
Tags

Noun Forms

Singular
τό ὄσπριον
τοῦ ὀσπριου
τῷ ὀσπριω
τό ὄσπριον
Plural
τά ὄσπρια
τῶν ὀσπριων
τοῖς ὀσπριοις
τά ὄσπρια

Example Pictures