1. Dictionary
  2. ὄχλος

ὄχλος

Word
ὄχλος, -ου, ὁ (ochlos)
Gloss
  • crowd
  • multitude
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3793
Word Frequency
  • Nestle 1904: 174
  • Byzantine NT: 174

Noun Forms

Singular
ὄχλος
του ὄχλου
τῳ ὄχλῳ
τον ὄχλον
Plural
οἱ ὄχλοι
των ὄχλων
τοις ὄχλοις
τους ὄχλους

Usage in Biblical Text