1. Home
  2. Dictionary
  3. ο
  4. ὅρμημα

ὅρμημα

Word
ὅρμημα, -τος, τό (ormēma)
Gloss
  • violent rush
  • violence
  • rushing on
  • impulse
Part of Speech
Noun
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Syllables
ὅρ·μη·μα or·mē·ma
Strongs Number
  • 3731

Noun Forms

Singular
τό ὅρμημα
τοῦ ὀρμηματος
τῷ ὁρμήματι
τό ὅρμημα
Plural
τά ὁρμήματα
τῶν ὀρμηματων
τοῖς ὀρμημασιν
τά ὁρμήματα

Usage in Biblical Text