1. Home
  2. Dictionary
  3. ο
  4. Ὀνησίφορος

Ὀνησίφορος

Word
Ὀνησίφορος, -ου, ὁ (Onēsiphoros)
Gloss
  • Onesiphorus
Part of Speech
Noun
Word Frequency
  • Byzantine NT: 2
  • Nestle 1904: 2
Syllables
Ὀ·νη·σί·φο·ρος O·nē·si·pho·ros
Strongs Number
  • 3683

Noun Forms

Singular
Ὀνησίφορος
τοῦ Ὀνησιφόρου
τῷ Ονησιφορω
τόν Ονησιφορον